ΟΡΧΟΜΕΝΟΣ  ΒΟΙΩΤΙΑΣ

 

 

Ο  Ορχομενός ανήκει στο Νομό Βοιωτίας της Στερεάς Ελλάδας. Είναι η πρωτεύουσα του Δήμου Ορχομενού. Ο Δήμος Ορχομενού από το 2011(Νόμος Καλλικράτη) αποτελείται από τις δημοτικές ενότητες Ορχομενού και Ακραιφνίας. Ο συνολικός πληθυσμός(απογραφή 2011) του Δήμου είναι 11.688 κάτοικοι.   

   

 Ο Ορχομενός απέχει 12 χλμ. από την πρωτεύουσα του Νομού Βοιωτίας, τη Λιβαδειά και περίπου 100 χλμ. από την πρωτεύουσα της Ελλάδας, την Αθήνα.

 

       Λόγω της εύφορης πεδιάδας της Κωπαΐδας  είναι σημαντικό γεωργικό κέντρο. Κύριες καλλιέργειες είναι το βαμβάκι και η ντομάτα αλλά και τα λαχανικά, το καλαμπόκι, το σιτάρι και το τριφύλλι. Κατ’επέκταση  υπάρχουν εκκοκκιστήρια βάμβακος , εργοστάσιο επεξεργασίας της ντομάτας & βιοτεχνίες κατασκευής γεωργικών μηχανημάτων.

        

Φωτο - περιήγηση  στον Ορχομενό

 

 

Μια πόλη, μια  ιστορία …  

                                                                                                       

 

      Ο    Ορχομενός ήταν η σημαντικότερη πόλη της Βοιωτίας. Γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά  τους μυκηναϊκούς  χρόνους. Ως ιδρυτής του αναφέρεται(κατά μια εκδοχή) ο βασιλιάς Ορχομενός, πατέρας του Μινύα, (κατά τον Παυσανία , γιος του Μινύα) και οι κάτοικοί του ονομάζονταν Μινύες.

        Η  περιοχή του Ορχομενού κατοικήθηκε για πρώτη φορά στους νεολιθικούς χρόνους. Η κατοίκηση συνεχίστηκε κατά την πρωτοελλαδική και τη μεσοελλαδική εποχή, περίοδο κατά την οποία ο Ορχομενός πρέπει να ήταν ήδη σημαντικό πολιτικό και οικονομικό κέντρο που όφειλε την άνθησή του στην εκμετάλλευση της πλούσιας πεδιάδας της Κωπαΐδας και στις επαφές του με τα άλλα μεγάλα κέντρα της εποχής. Πασίγνωστα είναι τα λεγόμενα μινυακά  αγγεία , τα οποία βρίσκονται εξαπλωμένα σ’όλο τον ελληνικό κόσμο.

       Τη μεγάλη  όμως ακμή του , ο Ορχομενός τη γνώρισε  στη μυκηναϊκή εποχή, οπότε εξαπλώθηκε ο οικισμός στην πεδιάδα και στην περιοχή τη γνωστή ως Ανδρηίδα, αλλά και στην πλαγιά του όρους Ακοντίου. Η οικονομική ανάπτυξη και ο πλούτος των κατοίκων, τον  οποίο συχνά   μνημονεύει   ο  Όμηρος  (Ιλ. Ι 381) επιβεβαιώνονται έμμεσα από τη δυναμική συμμετοχή των Ορχομενίων στον Τρωικό πόλεμο (Ιλ. Β 511-513) με αρχηγούς τον Ασκάλαφο και τον Ιάλμενο. Ανακλώνται όμως προπάντων στα σημαντικότατα αποστραγγιστικά έργα που πραγματοποιήθηκαν στην Κωπαΐδα και παραμένουν μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα έργα μηχανικής της αρχαιότητας.

        Στους μυκηναϊκούς χρόνους χτίστηκε ο περίφημος «θησαυρός του Μινύα», ένα από τα καλύτερα δείγματα θολωτών τάφων , με δρόμο, ταφικό θάλαμο και πλευρικό δωμάτιο, ανάλογο με το «θησαυρό του Ατρέως» στις Μυκήνες.

       Την ισχύ  και τον πλούτο του ο Ορχομενός τον διατήρησε –κατά τις αρχαίες πηγές- μέχρι που ο Ηρακλής έφραξε τη διέξοδο των νερών του Κηφισού προς τη θάλασσα, δηλαδή τις καταβόθρες και πλημμύρισε  πάλι την Κωπαΐδα.

       Στους γεωμετρικούς χρόνους στην περιοχή ιδρύθηκε οικισμός του οποίου το νεκροταφείο βρέθηκε γύρω από τον μεγάλο θολωτό τάφο. Από τον 7ο αι.π.Χ. ο Ορχομενός είναι ο μεγάλος αντίπαλος της Θήβας και μέλος της βοιωτικής ομοσπονδίας. Κατά τους Περσικούς πολέμους μήδισε και γι’αυτό άρχισε να χάνει σταδιακά τη σημασία του προς όφελος της Θήβας. Τον 5ο αι.π.Χ. την πόλη κυβερνούσαν ολιγαρχικοί. Κατά τον Κορινθιακό πόλεμο, πήρε το  μέρος της Σπάρτης, κατά της Θήβας. Για το λόγο αυτό καταστράφηκε από τους Θηβαίους το 364 π.Χ. Αποκαταστάθηκε από τους Φωκείς, καταστράφηκε εκ νέου από τους Θηβαίους το 353 π.Χ. και ανοικοδομήθηκε από τον Φίλιππο Β’ και τον Μ.Αλέξανδρο. Από το 338 π.Χ.ο Ορχομενός ξανάπαιξε σημαντικό ρόλο στην περιοχή, μέχρι που λεηλατήθηκε από τον ρωμαίο στρατηγό Σύλλα το 86 π.Χ. Κατά τον 2ο αι μ.Χ. μαρτυρείται θρησκευτική δραστηριότητα  προς τιμήν των Τριών Χαρίτων , του Διονύσου , του Ακταίονα και του Ηρακλή. Σημαντικό ρόλο στην οικονομία φαίνεται πως έπαιζε η παραγωγή καλαμιών για αυλούς, αλλά και η κτηνοτροφία. Η μικρή άνθηση που γνώρισε στους Ρωμαϊκούς χρόνους, κυρίως λόγω των τεχνικών έργων που πραγματοποιούνταν στην Κωπαΐδα, σύντομα τέλειωσε και η πόλη πέρασε στην αφάνεια.

       Οι ανασκαφές έφεραν στο φως, στα δυτικά του θολωτού τάφου , το θέατρο της πόλης που χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ. Εκεί τελούνταν τα Χαριτήσια , καθώς και οι εορτές προς τιμήν του Διονύσου και του Διός Ομολωίου. Οι Χάριτες ήταν ,βέβαια, οι  σημαντικότερες θεότητες της πόλης.

         Σημαντικό δείγμα ακμής  κατά τους παλαιοχριστιανικούς και βυζαντινούς χρόνους είναι ο ναός της Παναγίας της Σκριπούς (873/4) , χτισμένος από τον Λέοντα τον πρωτοσπαθάριο. Ακόμα σημαντικό μνημείο είναι ο ναός του Αγίου Σώζοντος (12ος αι) και ο ναός του Αγίου Γεωργίου.

        Ο δήμος Ορχομενίων (όπως ονομάστηκε αρχικά) σχηματίστηκε για πρώτη φορά  με το β.δ/μα της 1ης Οκτωβρίου 1835. Συγκροτήθηκε από τα χωριά Σκριπού (394κατ), Πετρομαγούλα (340 κατ), Καρυά (137 κατ),  Νησίον, Άγιο Δημήτριο (164 κατ), Βρανέζι (240 κατ) και Μολύβι (18 κατ). Είχε έδρα τη Σκριπού ,αλλά αργότερα (β.δ/μα  11/5/1889) μεταφέρθηκε  στην Πετρομαγούλα. Στο μεσοδιάστημα αυτό είχαν προσαρτηθεί και οι οικισμοί Πολυγύρα , Τζαμάλι , Καρυώτισσα , Καλύβια , Κίκυρα και Σύνος , Άνω και Κάτω Μονή Σκριπούς. Το 1912 ο δήμος Ορχομενού καταργήθηκε και δημιουργήθηκαν χωριστές κοινότητες. Με το β.δ/μα 8/11/1949 οι οικισμοί της Σκριπούς , Πετρομαγούλας και Τζαμαλιού (σημερινού Διονύσου) συνενώθηκαν και αποτέλεσαν το δήμο Ορχομενού, από τον οποίο τέσσερα χρόνια αργότερα , αποσπάστηκε ο Διόνυσος. Με τον Ν.2539/1997(Καποδίστριας)  ο Δήμος Ορχομενού μέχρι το 2010 αποτελούνταν από τον Ορχομενό, τον Άγιο Δημήτριο, τον Άγιο Σπυρίδωνα, τον Διόνυσο, την Καρυά, το Λούτσι , τον Παύλο και τον Πύργο. Με την απογραφή του 2001 ο Δήμος Ορχομενού είχε 10.732 κατοίκους και η πόλη μας , ο Ορχομενός, 5.780. Άπο το 2011(Νόμος Καλλικράτρη) στο Δήμο Ορχομενού πρασαρτήθηκε και ο Δήμος Ακραιφνίας που αποτελείται από το Ακραίφνιο, το Κάστρο, το Στροβίκιο, το Κόκκινο, τον Άγιο Ιωάννη, την Μονή Πελαγίας και τα Σκροπονέρια. Με την απογραφή του 2011 ο Δήμος Ορχομενού είχε 11.688 κατοίκους και η πόλη μας , ο Ορχομενός, 5.248.

        Ο Ορχομενός  και  η ευρύτερη περιοχή , χάρη   στον κάμπο της Κωπαΐδας αποτελούσε και αποτελεί , σήμερα,  σημαντικό γεωργικό κέντρο

 

 

                       Τρεις   Χάριτες                                                                                                                                         

 

         Ήταν  θεότητες που προσωποποιούσαν την  ευφροσύνη, την ομορφιά και τη χάρη.

Στον Ορχομενό τις έλεγαν Αγλαΐα, Θάλεια και Ευφροσύνη. Το παλαιότερο ιερό αφιερωμένο στην λατρεία των Χαρίτων βρισκόταν στον Ορχομενό. Προς τιμήν τους μάλιστα τελούσαν τα Χαρίσια ή Χαριτήσια, γιορτές μυστηριακού χαρακτήρα. Μάλιστα, τα λατρευτικά ξόανα των Χαρίτων ήταν ουσιαστικά τρεις μαύροι όμορφοι μετεωρόλιθοι. Στην τέχνη οι Χάριτες απεικονίστηκαν ως νεαρές γυναίκες εξαιρετικής ομορφιάς, σε σκηνές χαράς, χορού και τραγουδιού.

 

 

Φρίξος  &  Έλλη   

                                       

     Ο βασιλιάς Αθάμας από την πρώτη του γυναίκα, τη Νεφέλη είχε δύο παιδιά, τον Φρίξο και την Έλλη. Αργότερα έδιωξε τη Νεφέλη και παντρεύτηκε την Ινώ, την κόρη του Κάδμου, που του χάρισε δυο γιους, το Λέαρχο και τον Μελικέρτη. Η Ινώ δεν χώνευε τα προγόνια της, για να τα βγάλει από τη μέση, έβαλε τις γυναίκες της χώρας να πάρουν καρπό που φύλαγαν οι άντρες τους για τη σπορά και να τον φρύξουν στη φωτιά, χωρίς να το πάρουν είδηση εκείνοι. Ύστερα απ’αυτό, την επόμενη χρονιά δεν φύτρωσε τίποτα. Τότε ο Αθάμας έστειλε στους Δελφούς να ρωτήσει πώς θα γλίτωναν από το λιμό που τους απειλούσε. Η Ινώ εξαγόρασε τους απεσταλμένους του βασιλιά. Έτσι ο Αθάμας ακούει πως η Πυθία, για να λείψει το κακό, ζητούσε να θυσιαστεί ο Φρίξος στο βωμό του Δία. Ο Αθάμας υποχρεώνεται απ’τους κατοίκους να οδηγήσει το γιο του στη σφαγή. Τη τελευταία όμως στιγμή όμως μπαίνει η Νεφέλη στη μέση και τον φυγαδεύει μαζί με την αδελφή του πάνω σ’ένα χρυσόμαλλο κριάρι που της είχε δώσει ο Ερμής. Καβαλικεύοντας το κριάρι τα δυο αδέρφια ταξιδεύουν πάνω από στεριές και θάλασσες, την ώρα ωστόσο που περνούν ανάμεσα στο Σίγειο και τη θρακική χερσόνησο, η ΄Έλλη γλιστρά και πέφτοντας πνίγεται στα νερά των στενών, που παίρνουν από τότε το όνομά της : «Ελλήσποντος». Ο Φρίξος συνέχισε μόνος του το ταξίδι και πήγε στην Κολχίδα...                                                                               

 

 

 

Κείμενα :  Κώστας Πατσαλής